Χαρακωμένοι όλοι. «Χράτς»
χρατς! Διάβασέ το. Ξαναέλα πίσω.
Είναι πολύ άγριος, πολύ σκληρός αυτός ο κόσμος όπου σου ‘λαχε να ζήσεις.
Θέλω να βγω ψεύτης, καρδούλα μου, αλλά το βλέπω ότι θα γίνουν φοβερές αγριότητες. Κι όταν οι αγριότητες θα είναι πια αβάσταχτες τότε και μόνο τότε θα αρχίσουν να υποχωρούν ο εγωισμός, ο μηδενισμός, η παρανοϊκή βία ο φασισμός.
Ας μήν αφήσουμε να γίνουν αβάσταχτες.
Κανονικά ψυχούλα μου, θα έπρεπε να είμαστε σε ένα πιο απλό δίλημμα. Προοδευτικότητα ή συντηρητισμός.
Κανονικά θα έπρεπε μικρό μου, να ξαναποκτήσουν υπόσταση τα ιδεολογικά – αξιακά, υπαρξιακά ρεύματα.
Ξέρω ότι στο μυαλό σου υπάρχει ένα γιατί. Γιατί στα γράφω όλα αυτά;
Για να παίρνουμε κουράγιο. Για να δίνουμε κουράγιο.
Με ζορίζει η καρτερία σου. Με οργίζει η συγχώρεση. Με θλίβει η ανυμπόρια μας. Δεν γίνεται να αθωωθούμε. Οσο κι αν αγαπιόμαστε, δεν μπορεί. Σου λέω. Δεν γίνεται.
Έρχεται καλοκαίρι. Ξέρεις τι θα πει καλοκαίρι; Η εκδίκηση για τον χειμώνα που πέρασε(ς).
Δεν θέλω να σε τρομάξω. Ξέρω είσαι ευαίσθητος πια. Για αυτό να το θυμάσαι. Εγώ σου το είπα πρώτος. Από εμένα το έμαθες. Το ψυχανεμίζομαι κάτι πολύ σημαντικό θα συμβεί, έρχεται μια έκρηξη, μια αλλαγή. Μεγάλη συζήτηση θ’ ανοίξει στο …χωριό, στην πόλη, στα έθνη και στους λαούς. Νέες αναζητήσεις, αξίες, επιθυμίες, προσδοκίες θα δημιουργηθούν. Όλοι αυτοί, οι φασίστες, οι τιποτένιοι, θα παραμεριστούν. Και μετά, τελείωσε.
Δεν με ξέρεις. Δεν σε ξέρω. Αλλά σου χρωστάω. Άσε που πληρώνω ένα πολύ σπάνιο μπλε στις αποθήκες των ματιών για να προχωρήσω.Για να προχωρήσεις. Για να προχωρήσουμε.
Ο Λαμπράκης δεν ζει
Από στάτους μου στο facebook. Σκέφτηκα πως θα το ήθελα κι εδώ
Διαβάζω διάφορα για την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Πολλά από αυτά με θλίβουν για τον καθοσπρεπισμό της έκφρασης τους.
Ο Λαμπράκης δεν δολοφονήθηκε «κάτω από τα βλέμματα της αστυνομίας» αλλά τον δολοφόνησε η ίδια η αστυνομία.
Ο Γκοτζαμάνης και ο Eμμανουηλίδης δεν ήταν παρακρατικοί. Ήταν το τότε κράτος της δεξιάς. Το κράτος που είχε στις τάξεις του τον Φον Γιοσμά και που χρηματοδοτούσε την οργάνωση της καρφίτσας.
Αυτό που η αστική πολιτική ιστορία αναφέρει ως παρακράτος δεν ήταν τίποτε άλλο από το ίδιο το κράτος.
Το ίδιο κράτος της Φρειδερίκης , του Καραμανλή, του Κοκού, που τότε ώς μακρύ χέρι είχε τον Φον Γιοσμά, τον Γκοτζαμάνη , τον Εμμανουηλίδη και την καρφίτσα τώρα έγινε το κράτος του του Βορίδη, του Μπουμπούκου, του Δένδια με μακρύ χέρι την Χρυσή Αυγή
Ο Λαμπράκης δεν ζει. Ζει όμως ο Μανώλης, ο Γιώργος, ο Ανέστης, η Εύα, η Μαρία, η Τίνα, ο Μάικο, η Σεχρά, η Νάντια, τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα, τα παιδιά με τα λειψά μεροκάματα, τα παιδιά του ταμείου ανεργίας, τα παιδιά που μεταναστεύουν. Παιδιά κάθε ηλικίας, κάθε χρώματος, κάθε φυλής, κάθε γλώσσας.
Ζουν. Κι όσο ζουν αυτά μπορεί να ζει κι ο Λαμπράκης, κι ο Χ.Τ. κι ο Κουμής, κι η Κανελοπούλου, κι ο Γρηγορόπουλος, κι ο Καλτεζάς.
Film Noir
Ένα βράδυ στην Αραχώβης ο Keith Richards μου ζήτησε να απολαύσω αυτή τη γυναίκα που γεννήθηκε σαν μια θήκη φτιαγμένη για να τον υποδέχεται. Κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά. Κι εγώ τη λάτρεψα.
Ένα άλλο βράδυ στο Σόχο η Tina Weymouth μου είπε να μην τον πιστεύω γιατί αυτή η γυναίκα πέθανε στο Παρίσι στη Δραπετσώνα. Στο Χάρλεμ. Στο Λίβερπουλ. Στο Ελληνικό. Στο Νιουκάσλ. Στα μνήματα της Σαλονίκης. Στα εργοστάσια που βγάζουν βούτυρο στην Αβάνα της Κούβας. Πεθαίνει παντού και συνέχεια. Και δεν το αντέχει άλλο.
Ποτέ δεν ξέρεις από που θα σου ρθει. Η πόλη του φωτός Σκοτείνιασε. Παιχνίδια που παίζουν οι λέξεις! Δεν μπορώ να βλέπω άλλο το βούτυρο να λιώνει. Σιωπητήριο με Film Noir . Άκου να δεις τώρα.
Σ’ αγαπώ! Ω, πες το με πέτρες!
Σαράντα πέντε χρόνια πάνε από τότε που το «Je t’aime ! Oh ! dites-le avec des pavés!» γράφτηκε στους τοίχους της Quartier Latin.
Βέβαια μετά από σαράντα πέντε χρόνια είναι να απορείς πώς εξαπλώθηκε παντού ο Μάης του ’68 αφού δεν υπήρχε twitter, facebook, κινητά τηλέφωνα να σου στείλει κάποιος ένα SMS και να σε ειδοποιήσει. Πριν λίγες μέρες ένα νέο κι όμορφο ξωτικό κορίτσι μου έλεγε πόσο δεμένοι είναι οι άνθρωποι με τις συσκευές τους. Της έκανε εντύπωση. Μου έκανε εντύπωση, που της έκανε εντύπωση. Χάρηκα που μου το είπε.
Για να μην πάω πιο παλιά. Στον Λένιν και τους μπολσεβίκους του. Πως διάολο συνεννοήθηκαν για να μπουκάρουν στα Χειμερινά ανάκτορα; Για να το καναν αυτοί σίγουρα μπορούμε κι εμείς.
Θα μου πεις τώρα για δεν πας πιο κοντά. Στην Αίγυπτο. Να σου πω είχα σκοπό να πάω αλλά μη σου πω τι έκανε ο Pepi (δεν το ξερα κι εγώ. Πριν λίγο το έμαθα) και το γυρίσω αλλού.
Χαϊδεύω την πιγουνάτη γενειάδα μου ως νέος Βλαδίμηρος και αναρωτιέμαι αν προαναγγέλλονται οι εξεγέρσεις; Όχι δεν προαναγγέλλονται. Έρχονται από το πουθενά και πραγματοποιούνται αίφνης· αυτό διδάσκει η Ιστορία. Όχι των πανελληνίων εξετάσεων φυσικά. Ή άλλη.
Κι όταν διαβάζεις αυτή την άλλη, αρχίζει και εξαφανίζεται η πιγουνάτη γενειάδα και μοιάζεις που λες 20 χρονώ. Κι θές να διακορεύσεις το σύμπαν. Να τονε καρφώσεις από την μια άκρη της γής και να βγει από την άλλη.
Ναι καλά το κατάλαβες. Με στοιχειώνει. Το ξωτικό.
Είναι μπουτναλάδες κι ανόητοι όσοι πιστεύουν ότι μπορείς να γράφεις δίχως να υπάρχει μέσα σου κάτι στοιχειωμένο.
Είναι αφελείς όσοι πιστεύουν ότι μπορείς να ονειρεύεσαι σαν 20ρης χωρίς να χρειαστεί να αναμετρηθείς με κάτι τόσο γοητευτικό, και καταραμένο όσο η επανάσταση.
Φοβάμαι. Την επανάσταση που θα γίνει κόμμα. Την αλληλεγγύη που θα γίνει θρησκεία. Τη συντροφικότητα που θα γίνει ανάγκη. Την εξέγερση που θα γίνει μόδα. Τον έρωτα που θα γίνει γάμος. Το σεξ που θα γίνει bits. Τη βία που θα γίνει καταδικασμένη. Την τρομοκρατία της ομορφιάς. Την αγάπη καριέρα. Μια πέτρα τα θεραπεύει όλα.
«Μ’ αγαπάς; Ω, πες το με πέτρες!»


Είμαι ο Μανώλης, σεμνός και ταπεινός, του στιλ: «Κάτι εμπειριούλες τις είχα κι εγώ στη ζωή μου». Σύμφωνα με αυτές, άλλες φορές γράφω εδώ κι άλλες δεν γράφω για ότι πέσει στην αντίληψή μου. Λατρεύω την αστρονομία, το κρύο, τη μουσική, και τις παθιασμένες κουβέντες. Είμαι ευαίσθητος, και όχι σαν τα μούτρα σας.





















